Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insectifuge
01
εντομοαπωθητικό
a chemical substance that repels insects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
insectifuges
LanGeek



























