insectifuge
Pronunciation
/ˌɪnsˈɛktɪfjˌuːdʒ/

Ορισμός και σημασία του "insectifuge"στα αγγλικά

01

εντομοαπωθητικό

a chemical substance that repels insects
insectifuge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insectifuges
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store