Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insanity
01
τρέλα, ψυχική διαταραχή
a state of severe mental disorder affecting a person's ability to understand reality, think rationally, or behave in a socially acceptable manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insanities
Παραδείγματα
Legal defense of insanity is for those unfit for trial due to mental issues.
Η νομική άμυνα της παραφροσύνης είναι για εκείνους που δεν είναι κατάλληλοι για δίκη λόγω ψυχικών προβλημάτων.
02
τρέλα, παραφροσύνη
an unreasonable action that is potentially dangerous
Λεξικό Δέντρο
insanity
sanity
sane



























