inner city
i
ˈɪ
ι
nner
να
ci
σι
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "inner city"στα αγγλικά

01

εσωτερική πόλη, κεντρική περιοχή της πόλης με οικονομικά προβλήματα

an area close to the center of a city that usually suffers from economic problems 
inner city definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
inner cities
Παραδείγματα
Community leaders are working to revitalize the inner city by investing in affordable housing and economic development initiatives. 

Οι ηγέτες της κοινότητας εργάζονται για την αναζωογόνηση της κεντρικής πόλης με επενδύσεις σε προσιτές κατοικίες και πρωτοβουλίες οικονομικής ανάπτυξης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store