Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arcade
01
στεγασμένο πέρασμα, αψιδωτή στοά
an arch-covered passage along the side of a group of buildings
Παραδείγματα
The historic arcade, with its elegant arches and cobblestone floor, remains a favorite spot for tourists to explore the city ’s rich architectural heritage.
Το ιστορικό στοά, με τα κομψά τόξα του και το πάτωμα από πέτρες, παραμένει ένα αγαπημένο σημείο για τους τουρίστες να εξερευνήσουν την πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης.
02
αρκαδικό, αίθουσα παιχνιδιών
a place with lots of coin-operated machines that people can play with
03
στεγασμένο πέρασμα, εμπορική γκαλερί
a roofed passageway with stores along each side
Παραδείγματα
After the renovation, the arcade became a vibrant space, with modern shops and art installations decorating the walls.
Μετά την ανακαίνιση, η στοά έγινε ένας ζωντανός χώρος, με μοντέρνα καταστήματα και εγκαταστάσεις τέχνης να διακοσμούν τους τοίχους.
04
εμπορική γκαλερί, σκεπαστή διάβαση
a large building that has several shops or businesses along a covered walkway
Dialect
British
Παραδείγματα
The arcade was designed with a modern layout and plenty of seating areas.
Η στοά σχεδιάστηκε με μια μοντέρνα διάταξη και πολλές χώρους για καθιστικά.
Λεξικό Δέντρο
arcadic
arcade



























