injustice
in
ɪn
ιν
just
ʤʌst
τζαστ
ice
aɪs
αισ

Ορισμός και σημασία του "injustice"στα αγγλικά

01

αδικία, ανομία

a behavior or treatment that is unjust and unfair 
injustice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
injustices
Παραδείγματα
The community rallied together to protest against the injustice of racial discrimination. 

Η κοινότητα ενώθηκε για να διαμαρτυρηθεί κατά της αδικίας της φυλετικής διάκρισης.

02

αδικία, αδίκημα

a specific act or instance of unfairness or wrongdoing 
Παραδείγματα
Denying her promotion was an injustice. 

Η άρνηση της προαγωγής της ήταν μια αδικία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

injustice
justice
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store