Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Injustice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
injustices
Παραδείγματα
The community rallied together to protest against the injustice of racial discrimination.
Η κοινότητα ενώθηκε για να διαμαρτυρηθεί κατά της αδικίας της φυλετικής διάκρισης.
02
αδικία, αδίκημα
a specific act or instance of unfairness or wrongdoing
Παραδείγματα
Denying her promotion was an injustice.
Η άρνηση της προαγωγής της ήταν μια αδικία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
injustice
justice



























