inherent
in
ɪn
in
he
ˈhɪə
hie
rent
rənt
rēnt
incoherent

Ορισμός και σημασία του "inherent"στα αγγλικά

01

εγγενής, ουσιώδης

inseparable essential part or quality of someone or something that is in their nature 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inherent
συγκριτικός βαθμός
more inherent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Trust is an inherent part of any successful relationship. 

Η εμπιστοσύνη είναι ένα αναπόσπαστο μέρος κάθε επιτυχημένης σχέσης.

Λεξικό Δέντρο

inherently
inherent
inhere
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store