inherent
Pronunciation
/ɪnˈhɪrənt/

Ορισμός και σημασία του "inherent"στα αγγλικά

01

εγγενής, ουσιώδης

inseparable essential part or quality of someone or something that is in their nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inherent
συγκριτικός βαθμός
more inherent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Freedom of speech is an inherent right that should be protected in a democratic society.
Η ελευθερία του λόγου είναι ένα εγγενές δικαίωμα που πρέπει να προστατεύεται σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Λεξικό Δέντρο

inherently
inherent
inhere
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store