Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inharmonious
01
δυσαρμονικός, ασύμφωνος
having elements that do not fit well together or lack harmony
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inharmonious
συγκριτικός βαθμός
more inharmonious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The discussion turned into an inharmonious exchange of conflicting opinions.
Η συζήτηση μετατράπηκε σε μια δυσαρμοστική ανταλλαγή αντιτιθέμενων απόψεων.
02
δυσαρμονικός, ασύμφωνος
lacking in harmony of parts
Λεξικό Δέντρο
inharmonious
harmonious
harmony



























