Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Infringement
01
παράβαση, παραβίαση
an action that is against a law. regulation, or agreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
infringements
02
παράβαση, παραβίαση
an act that disregards an agreement or a right
Λεξικό Δέντρο
infringement
infringe



























