arbitrator
Pronunciation
/ˈɑɹbɪˌtɹeɪtɝ/

Ορισμός και σημασία του "arbitrator"στα αγγλικά

01

διαιτητής, μεσολαβητής

someone who is appointed to resolve a disagreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arbitrators
Παραδείγματα
Finding a fair arbitrator, who had no vested interest in the outcome, was crucial for the credibility of the decision-making process.
Η εύρεση ενός δίκαιου διαιτητή, που δεν είχε προσωπικό συμφέρον στο αποτέλεσμα, ήταν κρίσιμη για την αξιοπιστία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Λεξικό Δέντρο

arbitrator
arbitrate
arbitr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store