Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arbitrator
01
διαιτητής, μεσολαβητής
someone who is appointed to resolve a disagreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arbitrators
Παραδείγματα
Finding a fair arbitrator, who had no vested interest in the outcome, was crucial for the credibility of the decision-making process.
Η εύρεση ενός δίκαιου διαιτητή, που δεν είχε προσωπικό συμφέρον στο αποτέλεσμα, ήταν κρίσιμη για την αξιοπιστία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.
Λεξικό Δέντρο
arbitrator
arbitrate
arbitr



























