Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to arbitrate
01
διαιτητεύω, μεσολαβώ
to officially resolve a disagreement between people
Transitive: to arbitrate a disagreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
arbitrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
arbitrates
ενεστώτα μετοχή
arbitrating
απλός αόριστος
arbitrated
παθητική μετοχή
arbitrated
Παραδείγματα
The parents asked their older child to arbitrate the argument between their younger siblings.
Οι γονείς ζήτησαν από το μεγαλύτερο παιδί τους να διαιτητεύσει τη διαμάχη μεταξύ των μικρότερων αδελφών τους.
Λεξικό Δέντρο
arbitration
arbitrative
arbitrator
arbitrate
arbitr



























