Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to arbitrate
01
διαιτητεύω, μεσολαβώ
to officially resolve a disagreement between people
Transitive: to arbitrate a disagreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
arbitrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
arbitrates
ενεστώτα μετοχή
arbitrating
απλός αόριστος
arbitrated
παθητική μετοχή
arbitrated
Παραδείγματα
The two companies, unable to reach an agreement, decided to have a third party arbitrate their dispute.
Οι δύο εταιρείες, που δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε συμφωνία, αποφάσισαν να διαιτητεύσει τον διακανονισμό της διαφοράς τους ένα τρίτο μέρος.
Λεξικό Δέντρο
arbitration
arbitrative
arbitrator
arbitrate
arbitr



























