inflexibility
in
ɪn
in
flex
ˌflɛk
flek
i
si
bi
ˈbɪ
bi
li
li
ty
ti
ti
comparabilityinvincibilityaccessibilitydependability

Ορισμός και σημασία του "inflexibility"στα αγγλικά

01

ακαμψία, αμεταβλητότητα

the quality of being unable or unwilling to change 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ακαμψία, έλλειψη ευελιξίας

a lack of physical flexibility 

Λεξικό Δέντρο

inflexibility
flexibility
flexible
flex
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store