Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inflexibility
01
ακαμψία, αμεταβλητότητα
the quality of being unable or unwilling to change
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
ακαμψία, έλλειψη ευελιξίας
a lack of physical flexibility
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inflexibility
flexibility
flexible
flex



























