infestation
Pronunciation
/ˌɪnˈfɛsˈteɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "infestation"στα αγγλικά

01

μολυσματικότητα, εισβολή

the presence of large numbers of harmful insects, pests, or other organisms in an area, often causing damage to crops, trees, or natural environments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
infestations
Παραδείγματα
Effective pest management strategies are crucial to control infestation and protect crops.
Οι αποτελεσματικές στρατηγικές διαχείρισης παρασίτων είναι κρίσιμες για τον έλεγχο της μολύνσης και την προστασία των καλλιεργειών.
02

μολυσματικότητα, παρασιτική εισβολή

the state of being invaded or overrun by parasites

Λεξικό Δέντρο

disinfestation
infestation
infest
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store