Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inferno
01
κόλαση, inferno
(Christianity) the abode of Satan and the forces of evil; where sinners suffer eternal punishment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
κόλαση, πυρκαγιά
a large, intensely hot, and uncontrollable fire
Παραδείγματα
The old warehouse was reduced to ashes after being consumed by an inferno that started unexpectedly.
Η παλιά αποθήκη μειώθηκε σε στάχτη αφού καταναλώθηκε από μια κόλαση που ξεκίνησε απροσδόκητα.
03
κόλαση, φωτιά
any place of pain and turmoil



























