infective
in
ˌɪn
ιν
fec
ˈfɛk
φεκ
tive
tɪv
τιβ
/ɪnfˈɛktɪv/

Ορισμός και σημασία του "infective"στα αγγλικά

01

μολυσματικός, μεταδοτικός

able to cause disease
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infective
συγκριτικός βαθμός
more infective
διαβαθμίσιμο
02

μολυσματικός, μεταδοτικός

related to an infection or having the ability to cause an infection
Παραδείγματα
Infective endocarditis is a serious condition caused by bacteria entering the bloodstream.
Η μολυσματική ενδοκαρδίτιδα είναι μια σοβαρή κατάσταση που προκαλείται από βακτήρια που εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store