Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infective
01
μολυσματικός, μεταδοτικός
able to cause disease
02
μολυσματικός, μεταδοτικός
related to an infection or having the ability to cause an infection
Παραδείγματα
Infective endocarditis is a serious condition caused by bacteria entering the bloodstream.
Η μολυσματική ενδοκαρδίτιδα είναι μια σοβαρή κατάσταση που προκαλείται από βακτήρια που εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος.
Λεξικό Δέντρο
infective
infect



























