infected
Pronunciation
/ˌɪnˈfɛktɪd/

Ορισμός και σημασία του "infected"στα αγγλικά

01

μολυσμένος, μολυσματικός

affected by a disease-causing agent, such as bacteria, viruses, or parasites
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infected
συγκριτικός βαθμός
more infected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After the outbreak, many people were tested to see if they were infected.
Μετά την έκρηξη, πολλοί άνθρωποι εξετάστηκαν για να δουν αν ήταν μολυσμένοι.
02

μολυσμένος, μολυσμένος

having been harmed by a computer virus
Παραδείγματα
Using antivirus software helps prevent getting infected.
Η χρήση λογισμικού αντιιού βοηθά στην πρόληψη της μόλυνσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store