Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infatuated
01
ερωτευμένος, γοητευμένος
strongly but briefly in love or obsessed with someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infatuated
συγκριτικός βαθμός
more infatuated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt infatuated with the charming stranger she met at the café.
Ένιωσε ερωτευμένη με τον γοητευτικό άγνωστο που συνάντησε στο καφέ.
Λεξικό Δέντρο
infatuated
infatuate



























