Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infatuated
01
ερωτευμένος, γοητευμένος
strongly but briefly in love or obsessed with someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infatuated
συγκριτικός βαθμός
more infatuated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was infatuated with his new coworker and couldn't stop thinking about her.
Ήταν ερωτευμένος με τη νέα του συνάδελφο και δεν μπορούσε να σταματήσει να τη σκέφτεται.
Λεξικό Δέντρο
infatuated
infatuate



























