infantry
in
ˈɪn
in
fant
fənt
fēnt
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "infantry"στα αγγλικά

01

πεζικό, πεζικάριοι

foot soldiers who fight on the ground with small arms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The infantry advanced cautiously through the dense forest, scanning for enemy movements. 

Το πεζικό προχώρησε με προσοχή μέσα από το πυκνό δάσος, σαρώνοντας για εχθρικές κινήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store