industrious
in
ɪn
ιν
dust
ˈdʌst
νταστ
rious
riəs
ριασ
illustrious

Ορισμός και σημασία του "industrious"στα αγγλικά

industrious
01

εργατικός, φιλόπονος

hard-working and productive 
industrious definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most industrious
συγκριτικός βαθμός
more industrious
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
work, behavior, character
Παραδείγματα
She is an industrious student who always completes her assignments on time. 

Είναι μια εργατική μαθήτρια που ολοκληρώνει πάντα τις εργασίες της εγκαίρως.

02

εργατικός, φιλόπονος

working hard to promote an enterprise 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

industriously
industriousness
industrious
industry
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store