Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Industrialist
01
βιομήχανος, βιομηχανικός επιχειρηματίας
a person who owns or operates a large business involved in the production or manufacturing of goods, typically in an industrial sector
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
industrialists
Παραδείγματα
The industrialist invested heavily in new technology to modernize his factories.
Ο βιομηχανικός επενδύσε βαριά σε νέες τεχνολογίες για να εκσυγχρονίσει τα εργοστάσιά του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
industrialist
industrial
industry



























