Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indulgent
01
επιεικής
allowing others to enjoy pleasures or desires without strict judgment or criticism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indulgent
συγκριτικός βαθμός
more indulgent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was indulgent toward himself, often treating himself to luxury items.
Ήταν επιεικής απέναντι στον εαυτό του, συχνά χαρίζοντας στον εαυτό του πολυτελή αντικείμενα.
02
επιεικής
having a positive attitude toward someone or something
Παραδείγματα
She was an indulgent parent, often letting her children stay up late on weekends to watch movies.
Ήταν ένας επιεικής γονέας, που συχνά άφηνε τα παιδιά της να μένουν ξύπνια αργά τα σαββατοκύριακα για να βλέπουν ταινίες.
Λεξικό Δέντρο
indulgently
nonindulgent
overindulgent
indulgent
indulge



























