Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indulgent
01
επιεικής
allowing others to enjoy pleasures or desires without strict judgment or criticism
Παραδείγματα
The indulgent boss allowed his team to take long breaks whenever they needed.
Ο επιεικής αφεντικός επέτρεψε στην ομάδα του να κάνει μεγάλα διαλείμματα όποτε χρειάζονταν.
02
επιεικής
having a positive attitude toward someone or something
Παραδείγματα
The teacher was indulgent towards her students' creativity, encouraging them to explore their ideas freely.
Ο δάσκαλος ήταν επιεικής απέναντι στη δημιουργικότητα των μαθητών του, ενθαρρύνοντάς τους να εξερευνήσουν ελεύθερα τις ιδέες τους.
Λεξικό Δέντρο
indulgently
nonindulgent
overindulgent
indulgent
indulge



























