Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inductor
01
επαγωγέας, πηνίο επαγωγής
an electronic component that stores energy in a magnetic field when an electric current flows through it; typically consists of a coil of wire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inductors
Παραδείγματα
Inductors are part of complex circuitry in various electronic devices, including amplifiers, oscillators, and radio frequency identification ( RFID ) systems.
Οι πηνία αποτελούν μέρος πολύπλοκων κυκλωμάτων σε διάφορες ηλεκτρονικές συσκευές, συμπεριλαμβανομένων ενισχυτών, ταλαντωτών και συστημάτων αναγνώρισης ραδιοσυχνοτήτων (RFID).
Λεξικό Δέντρο
inductor
induct
induce



























