Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indubitably
01
αναμφίβολα, χωρίς αμφιβολία
in a way that is impossible to doubt or question
Παραδείγματα
The indubitable logic of the argument persuaded even the skeptics in the room.
Η αναμφίβολη λογική του επιχειρήματος έπεισε ακόμη και τους σκεπτικιστές στο δωμάτιο.
02
αναμφίβολα
become frozen and covered with glaciers
Λεξικό Δέντρο
indubitably
indubitable
dubitable



























