Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indubitable
01
αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος
beyond doubt or questioning, often due to its obviousness or undeniable nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indubitable
συγκριτικός βαθμός
more indubitable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
certainty, evaluation, evidence
Παραδείγματα
His exceptional talent and consistent performance made his status as the team's most valuable player indubitable.
Το εξαιρετικό ταλέντο του και η σταθερή απόδοσή του έκαναν τη θέση του ως ο πιο πολύτιμος παίκτης της ομάδας αδιαμφισβήτητη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
indubitability
indubitably
indubitable
dubitable



























