individualized
in
ˌɪn
ιν
di
ντι
vi
ˈvɪ
βι
dua
ʤə
τζα
lized
laɪzd
λαιζντ
British pronunciation
/ˌɪndɪvˈɪdʒuːəlˌaɪzd/
individualised

Ορισμός και σημασία του "individualized"στα αγγλικά

individualized
01

εξατομικευμένο, προσαρμοσμένο στο άτομο

customized to meet the specific needs or preferences of an individual
example
Παραδείγματα
The nutritionist created an individualized diet plan tailored to the client's dietary preferences and health goals.
Ο διατροφολόγος δημιούργησε ένα ατομικά προσαρμοσμένο σχέδιο διατροφής που ταιριάζει στις διατροφικές προτιμήσεις και τους στόχους υγείας του πελάτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store