indignant
in
ɪn
in
dig
ˈdɪg
dig
nant
nənt
nēnt
indicantindigent

Ορισμός και σημασία του "indignant"στα αγγλικά

01

αγανακτισμένος, θυμωμένος

feeling angry because of a mistake or injustice 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indignant
συγκριτικός βαθμός
more indignant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was indignant at being blamed for the error. 

Ήταν αγανακτισμένη που την κατηγόρησαν για το λάθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store