Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indignant
01
αγανακτισμένος, θυμωμένος
feeling angry because of a mistake or injustice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indignant
συγκριτικός βαθμός
more indignant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He became indignant when someone questioned his honesty.
Έγινε αγανακτισμένος όταν κάποιος αμφισβήτησε την ειλικρίνειά του.
Λεξικό Δέντρο
indignantly
indignant



























