indignant
in
ˌɪn
ιν
dig
ˈdɪg
ντιγκ
nant
nənt
ναντ
/ɪndˈɪɡnənt/

Ορισμός και σημασία του "indignant"στα αγγλικά

01

αγανακτισμένος, θυμωμένος

feeling angry because of a mistake or injustice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indignant
συγκριτικός βαθμός
more indignant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He became indignant when someone questioned his honesty.
Έγινε αγανακτισμένος όταν κάποιος αμφισβήτησε την ειλικρίνειά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store