Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Indian summer
01
Ινδικό καλοκαίρι, καλοκαίρι του Αγίου Μαρτίνου
a period marked by unusually dry and warm weather that often occurs at late autumn
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Indian summers
Παραδείγματα
We thought winter had arrived, but then we had a week of Indian summer with sunny days and mild temperatures.
Νομίζαμε ότι ο χειμώνας είχε φτάσει, αλλά μετά είχαμε μια εβδομάδα γηρατειά καλοκαιριού με ηλιόλουστες μέρες και ήπιες θερμοκρασίες.
02
μια τελευταία περίοδος επιτυχίας, καλοκαίρι της αγίας Δημητριάς
a late phase of success, happiness, or vitality, especially after a period of decline or inactivity
Παραδείγματα
His final novel was an Indian summer of creativity.
Το τελευταίο μυθιστόρημά του ήταν ένα καλοκαίρι του Αγίου Δημητρίου δημιουργικότητας.



























