Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
independent
01
ανεξάρτητος
able to do things as one wants without needing help from others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most independent
συγκριτικός βαθμός
more independent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's an independent woman, capable of making her own decisions and taking care of herself.
Είναι μια ανεξάρτητη γυναίκα, ικανή να παίρνει τις δικές της αποφάσεις και να φροντίζει τον εαυτό της.
02
ανεξάρτητος
(of a country, state, etc.) function without being controlled or influenced by others
Παραδείγματα
After years of struggle, the nation finally became independent from colonial rule.
Μετά από χρόνια αγώνα, το έθνος έγινε επιτέλους ανεξάρτητο από την αποικιακή κυριαρχία.
03
ανεξάρτητος, αυτόνομος
free from external control, influence, or constraint
Παραδείγματα
He remained independent despite pressures from his peers.
Παραμένει ανεξάρτητος παρά τις πιέσεις από τους συνομηλίκους του.
04
ανεξάρτητος, αυτόνομος
(of a clause) able to stand alone as a complete sentence
Παραδείγματα
"She runs fast" is an independent clause.
"Τρέχει γρήγορα" είναι μια ανεξάρτητη πρόταση.
05
ανεξάρτητος, αυτόνομος
not aligned with or controlled by any political party or interest group
Παραδείγματα
He ran as an independent candidate.
Κατέβηκε ως ανεξάρτητος υποψήφιος.
Independent
01
ανεξάρτητος, ελεύθερος επαγγελματίας
a writer, artist, or professional who works for multiple clients without a long-term contract
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
independents
Παραδείγματα
She works as an independent, taking projects from several publishers.
Δουλεύει ως ανεξάρτητη επαγγελματίας, παίρνοντας έργα από διάφορους εκδότες.
02
ανεξάρτητος, μη κομματικός
a person who is neutral or not committed to any political party
Παραδείγματα
The senator ran as an independent in the national election.
Ο γερουσιαστής ήταν υποψήφιος ως ανεξάρτητος στις εθνικές εκλογές.
Λεξικό Δέντρο
independently
independent
dependent
depend



























