indemnity
in
ɪn
in
dem
ˈdɛm
dem
ni
ni
ty
ti
ti
indefinityindignity

Ορισμός και σημασία του "indemnity"στα αγγλικά

01

αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση

an amount of money that must be paid to someone for a loss, injury, or damage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
indemnities
Παραδείγματα
The contractor will be responsible for paying indemnity if any property is damaged during construction. 

Ο ανάδοχος θα είναι υπεύθυνος για την πληρωμή αποζημίωσης εάν υπάρξει ζημιά σε οποιαδήποτε ιδιοκτησία κατά τη διάρκεια της κατασκευής.

02

αποζημίωση, απαλλαγή

exemption from legal accountability 
Παραδείγματα
By signing the agreement, the consultant receives indemnity from any lawsuits related to the project. 

Με την υπογραφή της συμφωνίας, ο σύμβουλος λαμβάνει αποζημίωση από οποιεσδήποτε μηνύσεις σχετικές με το έργο.

03

αποζημίωση, προστασία

protection against future loss 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store