Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Indemnity
01
αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση
an amount of money that must be paid to someone for a loss, injury, or damage
Παραδείγματα
The company offers indemnity to employees who suffer injuries while on the job.
Η εταιρεία προσφέρει αποζημίωση σε εργαζόμενους που υπέστησαν τραυματισμούς κατά τη διάρκεια της εργασίας.
02
αποζημίωση, απαλλαγή
exemption from legal accountability
Παραδείγματα
The agreement granted the company indemnity from any claims arising from its subcontractors' mistakes.
Η συμφωνία χορήγησε στην εταιρεία αποζημίωση από οποιεσδήποτε αξιώσεις που προκύπτουν από λάθη των υπεργολάβων της.
03
αποζημίωση, προστασία
protection against future loss
Λεξικό Δέντρο
indemnity
indemn



























