Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Income
01
εισόδημα
the money that is regularly earned from a job or through an investment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incomes
Παραδείγματα
His primary source of income is his salary from the tech company where he works.
Η κύρια πηγή εισοδήματος του είναι ο μισθός του από την τεχνολογική εταιρεία όπου εργάζεται.



























