income
in
ˈɪn
ιν
come
kʌm
καμ

Ορισμός και σημασία του "income"στα αγγλικά

01

εισόδημα

the money that is regularly earned from a job or through an investment 
income definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
incomes
Παραδείγματα
His primary source of income is his salary from the tech company where he works. 

Η κύρια πηγή εισοδήματος του είναι ο μισθός του από την τεχνολογική εταιρεία όπου εργάζεται.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store