Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incoherent
01
ασυνάρτητος, ασαφής
(of speech or written discourse) unclear or poorly organized in a way that is not comprehensible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incoherent
συγκριτικός βαθμός
more incoherent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The drunken man 's words were slurred and incoherent.
Τα λόγια του μεθυσμένου άνδρα ήταν ασυνάρτητα και ασαφή.
02
ασυνάρτητος
(physics) of waves having no stable definite or stable phase relation
Παραδείγματα
The patient was incoherent, his words jumbled and disconnected due to the medication.
Ο ασθενής ήταν ασυνάρτητος, τα λόγια του ήταν μπερδεμένα και ασύνδετα λόγω του φαρμάκου.
Λεξικό Δέντρο
incoherent
coherent
cohere



























