incognito
in
ˌɪn
in
cog
kɒg
kog
ni
ˈni:
ni
to
təʊ
tew
hirohitoburritobonitoleto

Ορισμός και σημασία του "incognito"στα αγγλικά

01

ανώνυμα, με ψεύτικη ταυτότητα

in disguise or using a false identity to avoid being recognized 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She traveled incognito to avoid recognition at the event. 

Ταξίδεψε ανώνυμος για να αποφύγει την αναγνώριση στην εκδήλωση.

01

ανώνυμος, άγνωστος

with your identity concealed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store