incisure
in
ɪn
in
ci
ˈsaɪ
sai
sure
ʒə
zhē
inclosure

Ορισμός και σημασία του "incisure"στα αγγλικά

01

εγκοπή, μικρή κοιλότητα

(anatomy) a notch or small hollow 
incisure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
incisures

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

incisure
incise
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store