Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Incisure
01
εγκοπή, μικρή κοιλότητα
(anatomy) a notch or small hollow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
incisures
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
incisure
incise



























