Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Incisor
01
κοπτήρας, μπροστινό δόντι
(anatomy) any of the eight narrow-edged teeth at the front of the mouth that are used for biting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incisors
Παραδείγματα
She felt sensitivity in her incisors when consuming hot or cold food and drinks.
Ένιωσε ευαισθησία στα κοπτήρες της όταν κατανάλωνε ζεστά ή κρύα τρόφιμα και ποτά.
Λεξικό Δέντρο
incisor
incise



























