Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to incinerate
01
αποτεφρώνω, καίω εντελώς μέχρι να γίνει στάχτη
to burn something completely until it turns into ashes
Transitive: to incinerate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
incinerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
incinerates
ενεστώτα μετοχή
incinerating
απλός αόριστος
incinerated
παθητική μετοχή
incinerated
Παραδείγματα
To prevent the spread of disease, contaminated materials were incinerated.
Για να αποτραπεί η εξάπλωση της ασθένειας, τα μολυσμένα υλικά αποτεφρώθηκαν.
Λεξικό Δέντρο
incineration
incinerator
incinerate
inciner



























