Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Incidental expense
01
παρεπόμενες δαπάνες, δευτερεύουσες δαπάνες
a minor or secondary cost that arises in connection with a primary activity, often unplanned or not part of the main budget
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incidental expenses
Παραδείγματα
The company reimbursed her for incidental expenses, such as tips and parking fees during the business trip.
Η εταιρεία της επέστρεψε τα παρελκόμενα έξοδα, όπως φιλοδωρήματα και χρεώσεις στάθμευσης κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής αποστολής.



























