Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inchoative aspect
01
εναρκτική όψη, εισερχόμενη όψη
a grammatical aspect that indicates the beginning or initiation of an action or state
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
inchoative aspects
LanGeek



























