Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inaugural
01
εναρκτήρια ομιλία, ομιλία ορκωμοσίας
the speech delivered by a newly elected President of the United States at their swearing-in ceremony, articulating their plans for their term in office
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inaugurals
Παραδείγματα
The President's inaugural resonated with themes of hope, resilience, and a commitment to addressing pressing national issues.
Η εναρκτήρια ομιλία του Προέδρου αντηχήθηκε με θέματα ελπίδας, ανθεκτικότητας και δέσμευσης για την αντιμετώπιση των πιεστικών εθνικών ζητημάτων.
02
εγκαίνια
the ceremonial induction into a position
inaugural
01
εναρκτήριος, εγκαίνια
occurring at or characteristic of a formal investiture or induction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
εναρκτήριος, εγκαινιαστικός
marking the beginning or initiation of something, often an event, series, or period
Παραδείγματα
Her inaugural novel garnered critical acclaim and a loyal readership.
Το πρωτότυπο μυθιστόρημά της κέρδισε την κριτική αναγνώριση και μια πιστή αναγνωστική κοινότητα.



























