Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inarticulate
01
ασαφής, δυσκολογιάς
(of people) unable to express oneself clearly or easily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inarticulate
συγκριτικός βαθμός
more inarticulate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She became inarticulate with emotion when accepting the award, struggling to find the right words.
Έγινε ασαφής από το συναίσθημα όταν δέχτηκε το βραβείο, παλεύοντας να βρει τα σωστά λόγια.
Λεξικό Δέντρο
inarticulate
articulate



























