Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inarguably
01
αδιαμφισβήτητα, αναντίρρητα
in a way that leaves no room for disagreement or debate
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
His achievements in the field of science are inarguably noteworthy, earning him international recognition.
Τα επιτεύγματά του στον τομέα της επιστήμης είναι αδιαμφισβήτητα αξιοσημείωτα, του χάρισαν διεθνή αναγνώριση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inarguably
arguably
arguable
argue



























