Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inarguably
01
αδιαμφισβήτητα, αναντίρρητα
in a way that leaves no room for disagreement or debate
Παραδείγματα
Inarguably, the technological advancement has revolutionized the way we communicate and access information.
Αναντίρρητα, η τεχνολογική πρόοδος έχει επαναπροσδιορίσει τον τρόπο που επικοινωνούμε και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες.
Λεξικό Δέντρο
inarguably
arguably
arguable
argue



























