Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inapt
01
ανάρμοστος, ακατάλληλος
done or said inappropriately in a particular situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inapt
συγκριτικός βαθμός
more inapt
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
inapt
apt



























