inapt
in
ˈɪn
in
apt
æpt
āpt
inept

Ορισμός και σημασία του "inapt"στα αγγλικά

01

ανάρμοστος, ακατάλληλος

done or said inappropriately in a particular situation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inapt
συγκριτικός βαθμός
more inapt
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, communication, suitability

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inapt
apt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store