inability
Pronunciation
/ˌɪnəˈbɪɫɪti/

Ορισμός και σημασία του "inability"στα αγγλικά

01

αδυναμία, ανικανότητα

lack of ability (especially mental ability) to do something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ανικανότητα, αδυναμία

lacking the power to perform
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store