in writing
in
ˈɪn
in
wri
raɪ
rai
ting
tɪng
ting
inheriting

Ορισμός και σημασία του "in writing"στα αγγλικά

01

γραπτώς, γραπτώς

as written or printed 
in writing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
in writing
01

γραπτός, σε γραπτή μορφή

written or drawn or engraved 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store