Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in the lead
in the lead
01
επικεφαλής, στην πρώτη θέση
having the leading position or higher score in a contest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most in the lead
συγκριτικός βαθμός
more in the lead
διαβαθμίσιμο



























