Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
improved
01
βελτιωμένος, τελειοποιημένος
making something better or more valuable, leading to greater satisfaction or profit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most improved
συγκριτικός βαθμός
more improved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The improved irrigation system helped farmers achieve higher crop yields and improved profitability.
Το βελτιωμένο σύστημα άρδευσης βοήθησε τους αγρότες να επιτύχουν υψηλότερες αποδόσεις καλλιεργειών και βελτιωμένη κερδοφορία.
Παραδείγματα
The improved version of the software is faster and more user-friendly.
Η βελτιωμένη έκδοση του λογισμικού είναι ταχύτερη και πιο φιλική προς τον χρήστη.
03
βελτιωμένος, αποψιλωμένος
(of land) made ready for development or agriculture by clearing of trees and brush
Λεξικό Δέντρο
unimproved
improved
improve



























