Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immaturely
01
ανώριμα, παιδαριωδώς
in a way that is childish, lacking emotional or intellectual maturity
Παραδείγματα
He immaturely refused to apologize, even though he knew he was wrong.
Αρνήθηκε ανώριμα να ζητήσει συγγνώμη, παρόλο που ήξερε ότι έκανε λάθος.
Λεξικό Δέντρο
immaturely
maturely
mature



























