Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immature
01
ανώριμος, αναπτυξιακά καθυστερημένος
not fully developed mentally or emotionally, often resulting in behaviors or reactions that are childish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immature
συγκριτικός βαθμός
more immature
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His immature behavior often led to conflicts with his peers.
Η ανώριμη συμπεριφορά του συχνά οδηγούσε σε συγκρούσεις με τους συνομηλίκους του.
02
ανώριμος, δεν έχει ωριμάσει ακόμα
not yet mature
03
ανώριμος, νέος
(used of living things especially persons) in an early period of life or development or growth
04
ανώριμος, αφτέρωτος
(of birds) not yet having developed feathers
Λεξικό Δέντρο
immature
mature



























