immature
im
ɪm
im
mat
mət
mēt
ure
jʊə
yue
reassurebrochurefrotteurbateleur

Ορισμός και σημασία του "immature"στα αγγλικά

01

ανώριμος, αναπτυξιακά καθυστερημένος

not fully developed mentally or emotionally, often resulting in behaviors or reactions that are childish 
immature definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immature
συγκριτικός βαθμός
more immature
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His immature behavior often led to conflicts with his peers. 

Η ανώριμη συμπεριφορά του συχνά οδηγούσε σε συγκρούσεις με τους συνομηλίκους του.

02

ανώριμος, δεν έχει ωριμάσει ακόμα

not yet mature 
03

ανώριμος, νέος

(used of living things especially persons) in an early period of life or development or growth 
04

ανώριμος, αφτέρωτος

(of birds) not yet having developed feathers 
05

ανώριμος, δεν έχει ωριμάσει ακόμα

not entirely grown yet 
Παραδείγματα
The immature apples were sour and hard, not yet ready for picking. 

Τα άγουρα μήλα ήταν ξινά και σκληρά, όχι ακόμη έτοιμα για συλλογή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store