to imbrue
Pronunciation
/ɪmbɹˈuː/

Ορισμός και σημασία του "imbrue"στα αγγλικά

to imbrue
01

λεκιάζω, μολύνω

to stain something, especially by water or blood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
imbrue
γ΄ ενικό πρόσωπο
imbrues
ενεστώτα μετοχή
imbruing
απλός αόριστος
imbrued
παθητική μετοχή
imbrued
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store