Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to imbrue
01
λεκιάζω, μολύνω
to stain something, especially by water or blood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
imbrue
γ΄ ενικό πρόσωπο
imbrues
ενεστώτα μετοχή
imbruing
απλός αόριστος
imbrued
παθητική μετοχή
imbrued



























